Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Ο σωσίας.

 Ένας άνθρωπος δίχως θέση,

ξένος σε κάθε κοινωνία.

Απέτυχε σε κάθε του πρόθεση,

σε κάθε όνειρο που τόλμησε να γεννήσει.


Μέσα του φωλιάζει μια αγωνία σιωπηλή,

ένα μίσος μυστικό για τη ζωή,

κι έτσι βρίσκει παρηγοριά

στην ερημιά του υπόγειου.


Εκεί, ανάμεσα σε τοίχους υγρούς,

τρέφει την εκδίκησή του σαν φλόγα που δεν σβήνει.

Γελά με τον κόσμο απ’ έξω,

που πασχίζει να δώσει νόημα στη σκόνη.


Μα η μοναξιά του γίνεται καθρέφτης,

μια πόλωση της συνείδησης,

όπου η λάσπη μοιάζει πατρίδα

και το βύθισμα σωτηρία.


Όσο κατανοεί το καλό και το ωραίο,

τόσο περισσότερο χάνεται μέσα στη δική του βρωμιά,

χωρίς ντροπή, χωρίς μετάνοια —

λες κι αυτό ήταν πάντα το φυσικό του χρώμα.


Και ρωτά:

Ποιος είπε πρώτος πως ο άνθρωπος

πράττει το κακό από άγνοια;

Πως, αν γνώριζε το συμφέρον του,

θα ’γινε αμέσως καλός;


Τι αφέλεια παιδική!

Κι αν το συμφέρον του βρίσκεται

όχι στο ωφέλιμο, μα στο ίδιο το κακό;


Ίσως το μόνο που χρειάζεται ο άνθρωπος

είναι μια θέληση ελεύθερη,

έστω κι αν τον καταστρέψει.


Η λογική λέει:

δύο και δύο ίσον τέσσερα.

Μα εγώ φωνάζω απ’ το υπόγειο:

δύο και δύο ίσον πέντε!


Κι έτσι,

η φωνή του αντηχεί στα βάθη —

όχι κραυγή, μα ψίθυρος σιδερένιος,

που σέρνεται στις ρωγμές του τοίχου.


«Δεν ζητώ λύτρωση», λέει,

«ούτε φως·

ζητώ μόνο να υπάρχω

με τον δικό μου τρόπο,

όπως το φίδι υπάρχει μέσα στη στάχτη».


Οι σκέψεις του,

κοφτερές σαν γυαλιά σπασμένα,

τρυπούν την καρδιά του,

μα του θυμίζουν πως ζει.


Στο υπόγειο μετρά τον χρόνο με αναπνοές,

σχεδιάζει εκδικήσεις που ποτέ δεν θα κάνει,

συντάσσει μονολόγους

που κανείς δεν θα ακούσει.


Ο κόσμος απ’ έξω

μοιάζει θέατρο από ανδρείκελα.

Κι εκείνος, θεατής και καταραμένος θεός,

τραβάει τα νήματα μέσα στη σιωπή.


«Δύο και δύο ίσον πέντε»,

ψιθυρίζει ξανά,

«επειδή το θέλω εγώ.

Κι αυτό αρκεί για να είμαι ελεύθερος.»


Μα η ελευθερία του

είναι ένα κελί δίχως πόρτα,

φτιαγμένο από τις ίδιες του τις σκέψεις.

Κι όσο γελά,

οι σκιές του γίνονται πιο πυκνές,

μέχρι που δεν ξεχωρίζει

τον εαυτό του από το σκοτάδι.


Και τότε,

μέσα στη βαθύτερη σιωπή,

κάτι αρχίζει να σπάει —

όχι στους τοίχους,

μα μέσα του.


Μια ρωγμή μικρή,

όπου το φως τολμά να μπει

μα δεν προλαβαίνει·

η σκιά το καταπίνει πριν γεννηθεί.


«Εγώ κι εγώ», ψιθυρίζει,

«δυο πρόσωπα στο ίδιο κρανίο,

δυο καθρέφτες που αντανακλούν

το ίδιο κενό.»


Δεν γνωρίζει πια

ποιος είναι ο σωσίας και ποιος ο αληθινός.

Ίσως ποτέ δεν υπήρξε διαφορά —

ίσως το ψέμα να ήταν πάντα η μόνη του αλήθεια.


Στο υγρό υπόγειο,

ανάμεσα σε ξεθωριασμένα χαρτιά και σκιές,

γράφει το τελευταίο του αξίωμα:


«Ο άνθρωπος γεννιέται για να αντιστέκεται

ακόμη και στον ίδιο του τον λόγο.

Η αμφιβολία είναι η μόνη του πίστη.

Κι η μοναξιά — η μόνη του πατρίδα.»


Τότε σβήνει το κερί.

Δεν μένει ήχος,

ούτε ανάσα.

Μόνο η αίσθηση πως κάποιος,

κάπου,

συνεχίζει να ψιθυρίζει στο σκοτάδι:


«Δύο και δύο ίσον πέντε…

και όλα επιτέλους βγάζουν νόημα.»


Κι όταν όλα πια σωπαίνουν,

ο χρόνος μαζεύεται σαν στάχτη στα χέρια του.

Κοιτάζει τα δάχτυλά του —

είναι ξένα,

σαν να ανήκουν σε κάποιον άλλον.


Στο βάθος του υπόγειου,

ένας καθρέφτης ξεθωριασμένος

αντανακλά ένα πρόσωπο που δεν θυμάται.

Χαμογελά.

Ίσως αυτό να ’ναι η λύτρωση —

να μη χρειάζεται πια να ξέρεις ποιος είσαι.


Η φωνή του,

γίνεται απόηχος μέσα σε μια άδεια κάμαρα:

«Δεν φοβάμαι πια το σκοτάδι·

είναι το μόνο που μου στάθηκε πιστό.

Το μόνο που με άκουσε,

όταν ο κόσμος μιλούσε για φως.»


Σκύβει,

αγγίζει το πάτωμα,

και νιώθει τη γη να αναπνέει από κάτω του.

Η υγρασία,

το αίμα,

οι σκέψεις —

όλα ένα σώμα,

ένα νήμα που τον δένει

με το απέραντο μηδέν.


Κι έτσι σβήνει.

Όχι με κραυγή,

μα με μια ήσυχη βεβαιότητα·

πως η απομόνωση δεν ήταν φυλακή,

αλλά το τελευταίο του δικαίωμα.


Και κάπου,

μέσα στο κενό που άφησε,

αντηχεί ξανά εκείνη η παράλογη εξίσωση,

το αιώνιο του χαμόγελο:


«Δύο και δύο ίσον πέντε —

γιατί έτσι υπάρχω.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου