Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

pg

 Βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε ένα επιφώνημα∙ σαν να ξύπνησαν μυστικά, εξαίσια όργανα που θρυμμάτισαν τη σιγή, έτσι απρόσμενα, όπως σπάζει το γυαλί μέσα στη νύχτα. Μια λάμψη ξέφυγε από τα σύννεφα, σαν δραπέτης που αναζητά ελευθερία. Από μακριά ακούστηκαν ιαχές, το πλήθος στο γήπεδο σήκωσε τη φωνή του, και οι κραυγές αυτές άνοιξαν για μια στιγμή τις γκρίζες πύλες του ουρανού. Εκεί, μέσα σε όλο αυτό το ξέσπασμα, αναδύθηκες εσύ∙ ένα βαθύ, αφύλαχτο πηγάδι που κρύβεται μέσα σε μια ανθισμένη αυλή, έτοιμο να χαρίσει δροσιά σε όποιον τολμήσει να πλησιάσει.

Και πλησίασα το πηγάδι, σχεδόν με δισταγμό, σαν να φοβόμουν μήπως το βάθος του με ρουφήξει. Η αυλή γύρω έσφυζε από άνθη∙ τα χρώματα και τα αρώματα μπερδεύονταν με τον αέρα, κι όλα έμοιαζαν να οδηγούν σε σένα. Η σιωπή, που πριν είχε συντριβεί, τώρα γινόταν βουβή συνοδός, αφήνοντας χώρο μόνο για το μυστήριο της παρουσίας σου. Σαν να έκρυβες στον σκοτεινό πυθμένα σου απαντήσεις που κανείς δεν είχε το θάρρος να ζητήσει.

Έσκυψα να δω μέσα, κι αντί για νερό αντίκρισα μια αντανάκλαση∙ πρόσωπα, στιγμές, λάμψεις που έμοιαζαν με τα όνειρα που μας επισκέπτονται λίγο πριν το ξημέρωμα. Ήσουν εκεί, αθέατος αλλά παρών, σαν ολόκληρος ο κόσμος να αναστέναζε μέσα από τη σιωπηλή σου φλέβα.

Τότε κατάλαβα πως το πηγάδι δεν ήταν μόνο τόπος, αλλά μνήμη∙ μια πύλη που άνοιγε κάθε φορά που τολμούσα να σκύψω μέσα του. Οι φωνές από το γήπεδο είχαν σβήσει, η λάμψη στα σύννεφα είχε χαθεί, κι όμως όλα έμοιαζαν να ζουν ακόμη εκεί, αποτυπωμένα στον πυθμένα σου.

Η αυλή γύρω μού φαινόταν τώρα πιο ζωντανή∙ τα άνθη άπλωναν τα πέταλά τους σαν χέρια που ζητούσαν επαφή, τα δέντρα ψιθύριζαν με το αεράκι, και το φως έπεφτε πάνω στις πέτρες, ζεστό, σχεδόν τρυφερό. Κάθε τι γύρω από σένα λειτουργούσε σαν προοίμιο για την αποκάλυψη που φορούσες μέσα σου.

Ένιωθα πως αν έμενα εκεί, δίπλα σου, θα άκουγα σιγά σιγά την αλήθεια∙ όχι με λόγια, αλλά με τον ήχο της σιωπής που είχες σπάσει εξαρχής. Κι έτσι, στάθηκα ακίνητος, σαν να περίμενα το ίδιο το βάθος να μου ψιθυρίσει την ιστορία του.

Κι εκεί που στεκόμουν, άρχισε να σχηματίζεται μια αίσθηση πως το πηγάδι με καλούσε∙ όχι με ήχο, αλλά με μια εσωτερική δόνηση, σαν αναπνοή που έρχεται από πολύ παλιά. Έσκυψα περισσότερο, με προσοχή, κι ο πυθμένας βάθαινε, γινόταν απέραντος, σαν να μη χωρούσε σε μέτρα γης αλλά σε μέτρα ψυχής.


Ένα αεράκι πέρασε από πάνω μου και τα άνθη στην αυλή λύγισαν, σαν να έγερναν για να με ενθαρρύνουν. Κάπου μακριά ακούστηκε πάλι μια ιαχή, αλλά τώρα δεν ήταν θόρυβος· ήταν σήμα, υπενθύμιση ότι η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι όταν όλα γύρω μοιάζουν ακίνητα.


Τότε αντιλήφθηκα πως το πηγάδι δεν ήταν κενό∙ ήταν γεμάτο από όσα δεν ειπώθηκαν, από χαρές που χάθηκαν, από φωνές που δεν πρόλαβαν να αντηχήσουν. Και η αυλή, μες στην ανθοφορία της, προστάτευε αυτό το μυστικό, σαν να το έκρυβε από τα αδιάκριτα βλέμματα του κόσμου.

Έκανα ένα βήμα πίσω∙ όχι από φόβο, αλλά από σεβασμό. Ήξερα πια ότι ό,τι κρυβόταν εκεί δεν ήταν για να το κατέχεις, αλλά για να το αναγνωρίζεις. Κι έτσι έμεινα, ανάμεσα στη σιωπή και στο κάλεσμα, με την αίσθηση πως βρέθηκα για λίγο μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από μένα.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου